ένα μπαλόνι κόκκινο. ένα χαμόγελο. το πρώτο μου φιλμ. δυο υποσχέσεις. ένα σπασμένο ποτήρι. ένα λουλούδι. ένα χάδι. οι επισκέπτες. οι περαστικοί. αυτά που χάθηκαν. αυτά που έσβησαν. όσα βρήκαν προορισμό. όσα έφυγαν. όσα επέστρεψαν. κι εκείνο το ταξίδι. το ταξίδι που λέγαμε...








28.1.11




έτσι, λέει, γίνεται. έτσι γίνεται πάντα.
ένα όνειρο είχε απομείνει.
της έκρυψε τον ήλιο και ύστερα έφυγε. κλείδωσε την πόρτα και την άφησε


ένα όνειρο είχε απομείνει.
το βλέπω που ραγίζει
γέμισε ρωγμές
και σιγά σιγά σπάει.


<< πέθανε στην άσφαλτο. με μια σκισμένη γκραβούρα στην τσέπη και δυο σμαραγδιά πετράδια στο βλέμμα. >>, έτσι έγραψαν για κείνον.


 
" μου λες ότι θυμάσαι πώς ήταν τότε που τσακωνόσουν, γελούσες και έκανες έρωτα"

είναι παράνοια. πνίγομαι. έτσι έγραψαν για κείνον.
το κεφάλι μου γυρίζει. η ανάσα μου φλέγεται.
έτσι έγραψαν για κείνον.
θα έρθει το τέλος, μα δε θα καταλάβεις. θα σε προλάβει. δε θα προφτάσεις. δε θα μείνει τίποτα.
έτσι έγραψαν για κείνον.


" θέλω να φύγω...ακούς;"

22.1.11









                                     άπνοια.









20.1.11

                                                        όταν μεγαλώσουμε θα παντρευτούμε, λέει. θέλει και παιδιά μου είπε. δύο. ένα αγόρι και ένα κορίτσι. εμένα δε με νοιάζει. θέλει λέει και ένα μεγάλο σπίτι. εγώ ένα μεγάλο κήπο θέλω. φορτωμένο του σκασμού. με ανεμώνες, νυχτολούλουδα, γιασεμιά και ραφλέζιες. μου ζωγράφισε και τα σύννεφα έτσι όπως θα κρύβουν το φως κάτι κρύες μέρες του χειμώνα. εκεί φοβήθηκα λίγο. κάνει κρύο το χειμώνα. μη φοβάσαι, λέει. θα έρθουν και τα καλοκαίρια μετά. θέλει λέει να ταξιδέψει. θέλω να ταξιδέψω μαζί του. ταξιδεύω μαζί του. τα μάτια μας ορθάνοιχτα να βλέπουν τον ουρανό που δεν τελειώνει. μακάρι να μην τελείωναν πολλά. μου ξέφυγε και το είπα δυνατά. το άκουσε και χαμογέλασε. τα ταξίδια δεν τελειώνουν μου είπε. τότε που δώσαμε ένα φιλί για πλάκα. τα ταξίδια δεν τελειώνουν μου λέει. για να κάνουν και λίγο παρέα στον ουρανό όταν μένει μόνος. .μια μέρα ξύπνησα και δεν τον βρήκα εκεί. τον έψαξα παντού αλλά είχε φύγει. τότε έκατσα σε μια γωνία της κουζίνας και κοίταγα τη βροχή να χτυπάει το τζάμι. είχε αφήσει ένα χαρτί στο τραπέζι.
 « θα έρθω να σε βρω . μη φύγεις. »

13.1.11

κάθε φορά που λες δεν ξέρω στα μάτια μου φαντάζεις μεγάλος
και χαμογελάω.


.....γιατί δεν είμαι από γυαλί
.....γιατί με συναρμολογείς κάθε φορα σαν παζλ .κομμάτι κομμάτι. από την αρχή
.....γιατί δε θα κοιτάξεις τα πόδια μου που τα έχω καταστρέψει. τόσες φορές που έφυγα και γύρισα πάλι πίσω
.....γιατί δε σπάω. ούτε ραγίζω
.....γιατί δεν αρκώ και σου φτάνει
.....γιατί δεν είσαι από μυρωδάτη πορσελάνη. από ψεύτικο υλικό
.....γιατί αν μπορείς θα το κάνεις
.....γιατί δε βάζεις αστερισμούς και ηλιακά συστήματα ανάμεσά μας
.....γιατί τα βράδια μετράω αντίστροφα μέχρι να εξατμιστεί η μυρωδιά σου
.....γιατί το έργο μας δεν πότισε φορμόλη
.....γιατί κάνουμε το λάθος που θέλουμε και οι δύο. όχι ο καθένας ξεχωριστά
.....γιατί η μπογιά δε στέρεψε
.....γιατί η ραφλέζια δε μαράθηκε
.....γιατί οι πληγές έμειναν ανοιχτές. μα δε μας ένοιαξε
.....γιατί ούτε εγώ ξέρω
και χαμογελάω

9.1.11

τις νύχτες που με ρωτάς αν πουλιέται η ψυχή μου το πρωί θα σου τη δίνω βερεσέ

6.1.11




...και δεν είναι εύκολο να σε διαψεύδω κάθε φορά που με προδίδεις  για να ξαποστάσεις το θυμό σου.
τίποτα δεν είναι λάθος και τίποτα σωστό (πώς θα μπορούσε άλλωστε;)
απλά και μόνο επειδή τα βράδια δε βρίσκω αφορμές να σταματήσω
να κρεμάω τη μάσκα μου στον τοίχο.
κι αν δεν ήταν όλα αλλιώς....δε θα ήμασταν οι άλλοι.