ένα μπαλόνι κόκκινο. ένα χαμόγελο. το πρώτο μου φιλμ. δυο υποσχέσεις. ένα σπασμένο ποτήρι. ένα λουλούδι. ένα χάδι. οι επισκέπτες. οι περαστικοί. αυτά που χάθηκαν. αυτά που έσβησαν. όσα βρήκαν προορισμό. όσα έφυγαν. όσα επέστρεψαν. κι εκείνο το ταξίδι. το ταξίδι που λέγαμε...








31.10.10

(taken by me)




η κόλαση είναι οι άλλοι’’

ένα παράλληλο σκορπισμένο σύμπαν
το άγγιγμα βεβιασμένο και δειλό
ο απατηλός επισκέπτης
ο απαράμιλλος εραστής
ένα σπασμένο γυάλινο ποτήρι
το πεταμένο κόκκινο τριαντάφυλλο εκείνης της νύχτας
δίχως δεύτερη σκέψη
δίχως δισταγμό
απλή παραίνεση στη διττή σύσταση του δωματίου
ο τριγμός της πόρτας
εκείνη η μουσική  που το κάνει να στροβιλίζεται
μια απρόβλεπτη λάμψη
εκτυφλωτικό το φως του να είσαι ο έρωτας
ο έρωτας που διεγείρει τα πάθη
που παραλύει κάθε αντίσταση
μοιάζει η λογική  να χάνεται
καθώς θυμίζει πλάνα από έναν μακρινό αστερισμό
σαν παλιά ταινία που παίζει στο repeat
σαν καμένο φιλμ που απαθανάτισε κάποτε τις στιγμές των σκέψεών μας

μα η λέξη « αγαπώ» θυμίζει κάτι τόσο λίγο…

29.10.10





«ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟ ΚΡΕΑΣ», γιατί οι άνθρωποι που ΔΕΝ τρώνε κρέας ΔΕΝ έχουν ηθικές αντιστάσεις ( ίνες δεν έχω , όχι ηθικές αντιστάσεις!)

ετεροχρονισμένα λόγια...
πιστεύω ότι δεν υπάρχουν «ακατάλληλοι άνθρωποι»
απλώς ακατάλληλες συναντήσεις
πέφτει πάνω σου κάποιος τη στιγμή που το μόνο πράγμα που τριβελίζει το μυαλό σου είναι σε ποιόν τοίχο θα πέσεις πάνω για να κάνεις μεγαλύτερο κρότο
κ ά ν ε  κ ρ ό τ ο !  κ ά ν ε   θ ό ρ υ β ο !  κ ά ν ε   ε π ι τ έ λ ο υ ς   κ ά τ ι !
αλλά μην αλλάζεις γνώμη κάθε δευτερόλεπτο
- σήμερα άκουσα από κάποιον κάτι που ο ήχος του έμοιαζε με σφαλιάρα μετά από μεθύσι
« διώχνεις τους άλλους από κοντά σου όταν βάζεις μια βιτρίνα ανάμεσα »
υπάρχουν αλεξίσφαιρες βιτρίνες;

η σκέψη σου με παρηγορεί μα δεν τη θέλω
η μορφή σου μου κρατάει παρέα μα ξεθωριάζει
θέλω να με ακολουθήσεις
δε θα σου πω ψέματα
δε θα σου κρύψω πως κι εγώ δεν ξέρω που πάω
ίσως να μην έχουμε πια δρόμο εμείς
ελπίζω μόνο να ξέρεις καλό κολύμπι
τι λες; πάμε μια βόλτα στα βαθιά;

θέλω να μου γελάσεις
θέλω να γελάσεις
βοήθησέ με να κάνω το λάθος που θέλεις
δείξε μου πώς να έρθω πιο κοντά
ναι, ερωτεύτηκα. αλλά μετά έμεινα ρέστη.

26.10.10


ή κάπως έτσι... (νομίζω)
τουλάχιστον μπορείς να μοιραστείς τη σιωπή σου κι ας μην έχεις βρει τον "somebody"
απλά και μόνο επειδή σου αρέσει η στιγμή.

18.10.10

μαζί με σένα και χωρίς.

ανόητα λόγια και τριγμοί.

σκόρπισέ με. κάνε με σκόνη. κάνε με λάθος και μετά σβήσε με. ζάλισέ με και πέτα με κάτω. τιμώρησέ με αν το θες. ίσως έτσι ξαποστάσεις το θυμό σου.

παντού μαύρα και άσπρα πετράδια. τσαλακωμένα χαρτιά. αράδες άτσαλα γράμματα. φωνές που χάθηκαν πίσω από μισόκλειστες πόρτες. μουσικές που γλιστράνε στους στίχους. άτυπες φιγούρες. ανάσες που με δυσκολία συναντούν το στόμα.

μια σταγόνα να σε αγγίξει κι εσύ γίνεσαι χαρτί. μουσκεύεις. χάνεσαι και σβήνεις. καίγεσαι σα φιλμ. σκορπάς σα σκόνη.

μια σκέψη μόνο να τριβελίζει το μυαλό σου και μια ζάλη να παραλύει κάθε σου αντίσταση. να προσεύχεσαι να γίνει το θαύμα που περιμένεις. με τόση ανυπομονησία. δε θα σου δώσει κανείς αυτό που ψάχνεις διαφορετικά. να προσποιηθείς πως είναι όλα εντάξει. να ξεγλιστρήσεις από τον αντίπαλο και να τον γελάσεις.

παίξε με τη φωνή σου, να του μιλάς, να τον φοβάσαι. ο βασιλιάς σου κοιμάται σε ένα μαύρο κουτί. ξαποσταίνει. προστάτεψέ τον. ξεδίψασε τον πόθο σου με το πιο απλό σου χάδι. διώξε τις στάχτες από πάνω σου. το γκρι δε σου ταιριάζει.

πώς νιώθεις όταν τους κατατροπώνεις; πόσο φλέγεται κάθε σου στιγμή;

πιστεύεις πως δε θα τελειώσει ποτέ αυτό το παιχνίδι. δε θέλεις να τελειώσει αυτό το παιχνίδι. μα κουράζεσαι κι εσύ όπου να ναι. νομίζεις ότι θα χαθούν όλα με ένα σου βλεφάρισμα. γιατί λοιπόν αρνείσαι να τ’ αγγίξεις;

δείξε τον καλό, προσιτό εαυτό σου. κι αν αισθανθείς κάποτε, κάτι , σκέψου πως ίσως και να κάνεις λάθος….

πως είναι όλα στο μυαλό σου…

12.10.10

κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη


ΘΕΑΜΑ.

Κλείσε τα μάτια. Το ταξίδι σου ξεκίνησε…
Μη. Μην τ’ ανοίγεις. Είπαμε, δεν είναι ανάγκη.
Χαλάρωσε κι αφέσου στη μελωδία. Άφησέ τη να σε παρασύρει… Το τα ξίδι σου ξεκίνησε.
Θέαμα. Πρόσφερε θέαμα. Αυτό θέλουν από σένα.
Μοναδικός σου στόχος: Η τέρψη του θεατή

Μη μιλάς. Όχι, δεν είναι ανάγκη.
Μη σκέφτεσαι. Όχι, δεν ξέρεις να σκέφτεσαι.
Μην ακούς. Σου λένε ψέματα.  Όλοι ψέματα θα λένε.
Κλείσε τα μάτια σου.
Οι άνθρωποι κοιμούνται. Ο κόσμος μας είναι βουβός.
Σώπασε.

Το στόμα σου, κράτησέ το κλειστό.
Μην τους μιλάς, τρομάζουν.
Μη λες τίποτα, σιωπούν.
Μην τους ακούς, ψέματα είναι όλα.
Άσε τις σκέψεις να σε προσπεράσουν. Άφησέ τες να φύγουν.
Κι αν ακόμα επιστρέψουν κάνε πως δεν καταλαβαίνεις.
Οι σκέψεις βασανίζουν. Άκουσέ με. Οι σκέψεις κάνουν κακό.
Σφάλισε τα μάτια σου.
Το μυαλό σου κλείδωσέ το.
Κρύψε τ’ αυτιά σου.
Μην τους ακούς.

Όχι, μην κοιτάς αλλού. Εδώ να κοιτάς μόνο.
Το αλλού είναι μακριά σου τώρα. Πρόσφερε εδώ το θέαμά σου. Εδώ κοίταζε.
Μην ψάχνεις.
Μην ψάχνεις για αυτό που κρύβεται πίσω από τη σκηνή σου.
Δεν υπάρχει τίποτα. Τίποτα διαφορετικό δεν υπάρχει εδώ κάτω. Εδώ μέσα.
 Παίξε το θέατρό σου. Πρόβαρε τα λόγια σου. Πρόσφερε το θέαμά σου.

Τώρα είναι η ώρα να αποσυρθείς.
Κράτα τη γνώμη σου για σένα. Δεν ενδιαφέρουν αυτά το θεατή.
Μόνο χαμογέλα. Πειστικά, όμως, ε;
Αν δεν μπορείς τότε δείξε απλά τα δόντια σου και να θυμάσαι το στόχο σου.
 Να ευχαριστείς το θεατή σου.

Έτσι σε θέλει το κοινό σου.

4.10.10



     Ξημέρωσε. Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου χάιδεψαν απαλά το τζάμι εκείνου του γκρίζου δωματίου τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Βλεφάρισε για λίγες στιγμές κι ύστερα ανακάθισε στο κρεβάτι και σκέφτηκε « Άλλη μια μέρα ξεκίνησε. Άλλη μια μέρα με βρήκε ξαπλωμένο σε αυτό το κρεβάτι. Μόνο.»  Σηκώθηκε με κόπο’ πιο πολύ από απροθυμία παρά από απαίτηση προσπάθειας. Τα χρόνια είχαν περάσει φανερά μπροστά από τα μάτια του και σπίθιζαν κάθε φορά που κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Πόσος χαμένος χρόνος άραγε; Πόσες μάταιες προσπάθειες για άρνηση;  Άλλη μια μέρα που τον έβρισκε ζωντανό. Μόνο.
   Η κατάσταση του μικρού σπιτιού του δε έμοιαζε καθόλου με την ακαταστασία που κούρνιαζε κάτω από τα χείλη του και τα έκανε να τρέμουν κάθε φορά που άνοιγε το παράθυρο. Η γειτονιά ήταν πολύ ήσυχη, ούτε θόρυβοι, ούτε αυτοκίνητα, ούτε φωνές και λόγια χαρούμενα. Ούτε καν «σοφιστικέ» συζητήσεις. Λόγια… Μόνο κάποιες φορές κάτι κελαηδίσματα από περαστικά πουλιά έσπαγαν την ησυχία του στα δύο κι έκαναν τα χείλη του να τρέμουν.
    Έκλεισε το παράθυρο και κλείστηκε και ο ίδιος στη σιωπή του. Ακολούθησε τα μακρόσυρτα βήματά του ως την κουζίνα κι έφτιαξε ύστερα από λίγο μια κούπα ζεστό καφέ. Σαν παρωδία έμοιαζε η παρουσία του σε αυτό το χώρο. Ζούσε σε ένα σπίτι αριστοκρατικό, φροντισμένο, με όλες τις ανέσεις. Σε ένα σπίτι που θα μπορούσε να ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό βαρόνο! Βαριά ξύλινα έπιπλα, μεταξωτά υφάσματα, παντού μάρμαρα και πίνακες μεγάλης αξίας. Πόσα χρόνια άραγε είχε να τα δει; Μοναδική του κατοικία το μικρό δωμάτιο της σοφίτας. Το «μικρό του σπίτι» . Αυτό με το ξύλινο πάτωμα και το τεράστιο παράθυρο με τα γκρίζα στόρια. Ο τόπος γεμάτος βιβλία, τσαλακωμένα χαρτιά και αράδες γράμματα που στόλιζαν το κρεβάτι, τα συρτάρια, το πάτωμα... Όλα τόσο ακατάστατα φτιαγμένα κι όμως τόσο τακτικά τοποθετημένα λες κι έκρυβε η θέση τους κάποια μυστήρια γεωμετρική σημασία.
    Πήρε τον καφέ του κι έκατσε στην πολυθρόνα δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Το άνοιξε δειλά. Έξω σιωπή. Ούτε κόσμος, ούτε περαστικοί… Αν και είχε μπει για τα καλά η άνοιξη έκανε τόσο κρύο εκείνη τη μέρα’ και φυσούσε. Λες και κάποιος ήθελε να τη διώξει, να την παρασύρει και να τη φυσήξει μακριά. Εκείνος, όποτε έβγαινε ήταν από την πίσω πόρτα κι αυτό για να πάρει καφέ, σαπούνι και ξηρούς καρπούς που συνόδευαν πότε πότε  το ουισκάκι του και πάντα γυρνούσε με ένα κλαδάκι γιασεμί στο χέρι. Αυτό πού το έβρισκε μόνο εκείνος ήξερε, δεν υπήρχαν στο δρόμο του πια λουλούδια. Ούτε καν ένα κλαδάκι γιασεμί.
     Σκούπισε βιαστικά το δάκρυ που πήγε να ξεγλιστρήσει από τα μάτια του κι έπνιξε το λυγμό που του προκάλεσε εκείνη η μελωδία. Ήταν τόσο μακρινή, τόσο ξεχασμένη κι όμως τόσο πολύ γνώριμη. Ο καφές χύθηκε στο πάτωμα, τα γυαλιά σκέπασαν τα πόδια του κι εκείνος έπνιξε μια κραυγή. Άνοιξε βιαστικά την πίσω πόρτα και κατέβηκε με βιάση τα σκαλιά. Ξάφνου η αναπνοή του άρχισε να βγαίνει με δυσκολία, η καρδία του έδωσε σημάδι πως υπάρχει μετά από τόσα χρόνια απουσίας κι εκείνος έτρεχε σαν τρελός πέρα δώθε ψάχνοντας εκείνη την αβάσταχτα υπέροχη μελωδία. Οι λίγοι περαστικοί του δρόμου τον περνούσαν για παράφρονα και απομακρύνονταν σχεδόν αμέσως από εκείνον τον πλακόστρωτο δρόμο. «Μα πώς είναι δυνατόν; Ονειρεύομαι; Τρελάθηκα; Πώς είναι δυνατόν;» Αναλογιζόταν  τώρα πια φωναχτά και η μελωδία δυνάμωνε ολοένα και πιο γρήγορα.
    Ξαφνικά άκουσε βήματα και μια καρδία να πάλλεται πίσω του. Γύρισε με αργές κινήσεις, καθώς φοβόταν μήπως βλέπει όνειρο. Όταν γύρισε και σταθεροποίησε τη στάση του άνοιξε τα κλειστά του μάτια και είδε εκείνη. Στα χέρια της κρατούσε το μουσικό κουτί που της είχε χαρίσει να σκορπίζει τη μελωδία του σαν παλλόμενος ήλιος. Ήθελε τόσο πολύ να τρέξει προς το μέρος της , να την αγκαλιάσει και να της πει όλα όσα δεν τολμούσε να εκφράσει όλα αυτά τα χρόνια. Όλα όσα ονειρευόταν κλεισμένος μέσα στη σιωπή. Να νοσταλγήσει ξανά όσα απαρνήθηκε, όσα ξέχασε να φυλάξει, όσα παρέλειψε να προσθέσει, όσα πρόδωσε και ανάμεσα σε αυτά όσα τον πόνεσαν, όσα τον σκότωσαν τόσα χρόνια που έμεινε χωρίς εκείνη.
    Καμιά επιθυμία δεν είχε ξεπεράσει, κανένα πόθο δεν είχε ξεδιψάσει. Τη λαχτάρα της σάρκας μπόρεσε να την κουμαντάρει, να την εξημερώσει. Την απώλεια της ζωής κατάφερε να την κρύψει κάτω από το μαξιλάρι. Τα μάτια του, όμως, δεν μπόρεσε να τα ξεγελάσει, ούτε την καρδιά του κατάφερε να κρύψει. Του είχε φερθεί ανέντιμα ο γέρο-χρόνος, και του είχε στερήσει την τρικυμία από τα μάτια. Και τώρα στεκόταν μπροστά του. Τα θολά γκρίζα του μάτια μπορούσαν να διακρίνουν με ευκολία το σκούρο μπλε φόντο που έντυνε τα δικά της μάτια. Ήθελε τόσα να της πει, τόσα να ζήσει μαζί της που τα γόνατά του λύγιζαν στην ιδέα της προσμονής.
      Το μουσικό κουτί έκλεισε και από τα χείλη της ξέφυγε ένας ψίθυρος… «σ’αγαπώ » . Χιλιάδες μικρά αστέρια έπεσαν από τον ουρανό και φώτισαν τη μικρή απόσταση που τους χώριζε. Αμέσως έτρεξε κοντά της και στάθηκε λίγα εκατοστά εμπρός της . Δεν τολμούσε να την αγγίξει. Τα χέρια του έκαιγαν, τα χείλη του τώρα έτρεμαν φανερά πιο πολύ και τα μάτια του υγρά καθρέφτιζαν την όψη της. Δεν είπε τίποτα, μόνο άγγιξε απαλά τα χέρια της που κρατούσαν το μουσικό κουτί, το πήρε και το ακούμπησε  κάτω. Ύστερα έπιασε ξανά τα χέρια της και τα φίλησε. Ακόμα και ο πιο τρελός ζωγράφος, ακόμα και ο πιο ταξιδεμένος ποιητής, ακόμα και ο πιο πιστός ιππότης δε θα μπορούσαν να δείξουν τόση λατρεία’ μια λατρεία που έκρυβε καλά ο χρόνος.
      Τότε την κοίταξε με το πιο ερωτευμένο βλέμμα και αντίκρισε δυο μάτια γεμάτα φόβο και πόνο. Ο πάταγος της σφαίρας έφτασε στα αυτιά του σαν κεραυνός και τα ξέσκισε. Ζάλισε το μυαλό του, παρέλυσε τις αισθήσεις του και την είδε να χάνεται μέσα στα χέρια του σα σκόνη μέσα από τις παλάμες μικρού παιδιού. Ούτε που πρόφτασε να δει ποιος το έκανε, ούτε που πρόφτασε να μιλήσει, η καρδιά του αυτή τη φορά τον πρόδωσε. Δεν άντεξε τα παιχνίδια του γέρο-χρόνου.
     Το μόνο που έμεινε ήταν το κλαδάκι γιασεμί στο δεξί του χέρι να ανεμίζει’ φυσούσε τόσο πολύ εκείνη τη μέρα. Σα να βιαζόταν να φύγει. Το ταξίδι τους σε αυτό το μέρος είχε πια τελειώσει. Το σπίτι έμεινε τακτοποιημένο. Στο δωμάτιο τα χαρτιά παρέμειναν. Κι έξω από το τζάμι ο άνεμος έμπαινε ορμητικός μέσα στην καμαρούλα και χόρευε με τα στόρια. Η έπαυλη έμεινε τυλιγμένη στα λευκά σεντόνια της.
Και το γιασεμί συνέχιζε να ανεμίζει….