ένα μπαλόνι κόκκινο. ένα χαμόγελο. το πρώτο μου φιλμ. δυο υποσχέσεις. ένα σπασμένο ποτήρι. ένα λουλούδι. ένα χάδι. οι επισκέπτες. οι περαστικοί. αυτά που χάθηκαν. αυτά που έσβησαν. όσα βρήκαν προορισμό. όσα έφυγαν. όσα επέστρεψαν. κι εκείνο το ταξίδι. το ταξίδι που λέγαμε...








4.10.10



     Ξημέρωσε. Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου χάιδεψαν απαλά το τζάμι εκείνου του γκρίζου δωματίου τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Βλεφάρισε για λίγες στιγμές κι ύστερα ανακάθισε στο κρεβάτι και σκέφτηκε « Άλλη μια μέρα ξεκίνησε. Άλλη μια μέρα με βρήκε ξαπλωμένο σε αυτό το κρεβάτι. Μόνο.»  Σηκώθηκε με κόπο’ πιο πολύ από απροθυμία παρά από απαίτηση προσπάθειας. Τα χρόνια είχαν περάσει φανερά μπροστά από τα μάτια του και σπίθιζαν κάθε φορά που κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Πόσος χαμένος χρόνος άραγε; Πόσες μάταιες προσπάθειες για άρνηση;  Άλλη μια μέρα που τον έβρισκε ζωντανό. Μόνο.
   Η κατάσταση του μικρού σπιτιού του δε έμοιαζε καθόλου με την ακαταστασία που κούρνιαζε κάτω από τα χείλη του και τα έκανε να τρέμουν κάθε φορά που άνοιγε το παράθυρο. Η γειτονιά ήταν πολύ ήσυχη, ούτε θόρυβοι, ούτε αυτοκίνητα, ούτε φωνές και λόγια χαρούμενα. Ούτε καν «σοφιστικέ» συζητήσεις. Λόγια… Μόνο κάποιες φορές κάτι κελαηδίσματα από περαστικά πουλιά έσπαγαν την ησυχία του στα δύο κι έκαναν τα χείλη του να τρέμουν.
    Έκλεισε το παράθυρο και κλείστηκε και ο ίδιος στη σιωπή του. Ακολούθησε τα μακρόσυρτα βήματά του ως την κουζίνα κι έφτιαξε ύστερα από λίγο μια κούπα ζεστό καφέ. Σαν παρωδία έμοιαζε η παρουσία του σε αυτό το χώρο. Ζούσε σε ένα σπίτι αριστοκρατικό, φροντισμένο, με όλες τις ανέσεις. Σε ένα σπίτι που θα μπορούσε να ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό βαρόνο! Βαριά ξύλινα έπιπλα, μεταξωτά υφάσματα, παντού μάρμαρα και πίνακες μεγάλης αξίας. Πόσα χρόνια άραγε είχε να τα δει; Μοναδική του κατοικία το μικρό δωμάτιο της σοφίτας. Το «μικρό του σπίτι» . Αυτό με το ξύλινο πάτωμα και το τεράστιο παράθυρο με τα γκρίζα στόρια. Ο τόπος γεμάτος βιβλία, τσαλακωμένα χαρτιά και αράδες γράμματα που στόλιζαν το κρεβάτι, τα συρτάρια, το πάτωμα... Όλα τόσο ακατάστατα φτιαγμένα κι όμως τόσο τακτικά τοποθετημένα λες κι έκρυβε η θέση τους κάποια μυστήρια γεωμετρική σημασία.
    Πήρε τον καφέ του κι έκατσε στην πολυθρόνα δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Το άνοιξε δειλά. Έξω σιωπή. Ούτε κόσμος, ούτε περαστικοί… Αν και είχε μπει για τα καλά η άνοιξη έκανε τόσο κρύο εκείνη τη μέρα’ και φυσούσε. Λες και κάποιος ήθελε να τη διώξει, να την παρασύρει και να τη φυσήξει μακριά. Εκείνος, όποτε έβγαινε ήταν από την πίσω πόρτα κι αυτό για να πάρει καφέ, σαπούνι και ξηρούς καρπούς που συνόδευαν πότε πότε  το ουισκάκι του και πάντα γυρνούσε με ένα κλαδάκι γιασεμί στο χέρι. Αυτό πού το έβρισκε μόνο εκείνος ήξερε, δεν υπήρχαν στο δρόμο του πια λουλούδια. Ούτε καν ένα κλαδάκι γιασεμί.
     Σκούπισε βιαστικά το δάκρυ που πήγε να ξεγλιστρήσει από τα μάτια του κι έπνιξε το λυγμό που του προκάλεσε εκείνη η μελωδία. Ήταν τόσο μακρινή, τόσο ξεχασμένη κι όμως τόσο πολύ γνώριμη. Ο καφές χύθηκε στο πάτωμα, τα γυαλιά σκέπασαν τα πόδια του κι εκείνος έπνιξε μια κραυγή. Άνοιξε βιαστικά την πίσω πόρτα και κατέβηκε με βιάση τα σκαλιά. Ξάφνου η αναπνοή του άρχισε να βγαίνει με δυσκολία, η καρδία του έδωσε σημάδι πως υπάρχει μετά από τόσα χρόνια απουσίας κι εκείνος έτρεχε σαν τρελός πέρα δώθε ψάχνοντας εκείνη την αβάσταχτα υπέροχη μελωδία. Οι λίγοι περαστικοί του δρόμου τον περνούσαν για παράφρονα και απομακρύνονταν σχεδόν αμέσως από εκείνον τον πλακόστρωτο δρόμο. «Μα πώς είναι δυνατόν; Ονειρεύομαι; Τρελάθηκα; Πώς είναι δυνατόν;» Αναλογιζόταν  τώρα πια φωναχτά και η μελωδία δυνάμωνε ολοένα και πιο γρήγορα.
    Ξαφνικά άκουσε βήματα και μια καρδία να πάλλεται πίσω του. Γύρισε με αργές κινήσεις, καθώς φοβόταν μήπως βλέπει όνειρο. Όταν γύρισε και σταθεροποίησε τη στάση του άνοιξε τα κλειστά του μάτια και είδε εκείνη. Στα χέρια της κρατούσε το μουσικό κουτί που της είχε χαρίσει να σκορπίζει τη μελωδία του σαν παλλόμενος ήλιος. Ήθελε τόσο πολύ να τρέξει προς το μέρος της , να την αγκαλιάσει και να της πει όλα όσα δεν τολμούσε να εκφράσει όλα αυτά τα χρόνια. Όλα όσα ονειρευόταν κλεισμένος μέσα στη σιωπή. Να νοσταλγήσει ξανά όσα απαρνήθηκε, όσα ξέχασε να φυλάξει, όσα παρέλειψε να προσθέσει, όσα πρόδωσε και ανάμεσα σε αυτά όσα τον πόνεσαν, όσα τον σκότωσαν τόσα χρόνια που έμεινε χωρίς εκείνη.
    Καμιά επιθυμία δεν είχε ξεπεράσει, κανένα πόθο δεν είχε ξεδιψάσει. Τη λαχτάρα της σάρκας μπόρεσε να την κουμαντάρει, να την εξημερώσει. Την απώλεια της ζωής κατάφερε να την κρύψει κάτω από το μαξιλάρι. Τα μάτια του, όμως, δεν μπόρεσε να τα ξεγελάσει, ούτε την καρδιά του κατάφερε να κρύψει. Του είχε φερθεί ανέντιμα ο γέρο-χρόνος, και του είχε στερήσει την τρικυμία από τα μάτια. Και τώρα στεκόταν μπροστά του. Τα θολά γκρίζα του μάτια μπορούσαν να διακρίνουν με ευκολία το σκούρο μπλε φόντο που έντυνε τα δικά της μάτια. Ήθελε τόσα να της πει, τόσα να ζήσει μαζί της που τα γόνατά του λύγιζαν στην ιδέα της προσμονής.
      Το μουσικό κουτί έκλεισε και από τα χείλη της ξέφυγε ένας ψίθυρος… «σ’αγαπώ » . Χιλιάδες μικρά αστέρια έπεσαν από τον ουρανό και φώτισαν τη μικρή απόσταση που τους χώριζε. Αμέσως έτρεξε κοντά της και στάθηκε λίγα εκατοστά εμπρός της . Δεν τολμούσε να την αγγίξει. Τα χέρια του έκαιγαν, τα χείλη του τώρα έτρεμαν φανερά πιο πολύ και τα μάτια του υγρά καθρέφτιζαν την όψη της. Δεν είπε τίποτα, μόνο άγγιξε απαλά τα χέρια της που κρατούσαν το μουσικό κουτί, το πήρε και το ακούμπησε  κάτω. Ύστερα έπιασε ξανά τα χέρια της και τα φίλησε. Ακόμα και ο πιο τρελός ζωγράφος, ακόμα και ο πιο ταξιδεμένος ποιητής, ακόμα και ο πιο πιστός ιππότης δε θα μπορούσαν να δείξουν τόση λατρεία’ μια λατρεία που έκρυβε καλά ο χρόνος.
      Τότε την κοίταξε με το πιο ερωτευμένο βλέμμα και αντίκρισε δυο μάτια γεμάτα φόβο και πόνο. Ο πάταγος της σφαίρας έφτασε στα αυτιά του σαν κεραυνός και τα ξέσκισε. Ζάλισε το μυαλό του, παρέλυσε τις αισθήσεις του και την είδε να χάνεται μέσα στα χέρια του σα σκόνη μέσα από τις παλάμες μικρού παιδιού. Ούτε που πρόφτασε να δει ποιος το έκανε, ούτε που πρόφτασε να μιλήσει, η καρδιά του αυτή τη φορά τον πρόδωσε. Δεν άντεξε τα παιχνίδια του γέρο-χρόνου.
     Το μόνο που έμεινε ήταν το κλαδάκι γιασεμί στο δεξί του χέρι να ανεμίζει’ φυσούσε τόσο πολύ εκείνη τη μέρα. Σα να βιαζόταν να φύγει. Το ταξίδι τους σε αυτό το μέρος είχε πια τελειώσει. Το σπίτι έμεινε τακτοποιημένο. Στο δωμάτιο τα χαρτιά παρέμειναν. Κι έξω από το τζάμι ο άνεμος έμπαινε ορμητικός μέσα στην καμαρούλα και χόρευε με τα στόρια. Η έπαυλη έμεινε τυλιγμένη στα λευκά σεντόνια της.
Και το γιασεμί συνέχιζε να ανεμίζει….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου