ρουά.
άχαρη πόλη. μυριάδες φώτα. στο φόντο σκοτάδι. η άσφαλτος υγρή όσο ποτέ άλλοτε. καμία σταγόνα δεν έπεσε ποτέ κι ούτε θα πέσει. σχεδόν κατά λάθος. θα εξαφανιστεί κάθε εκκολαπτόμενη υγρή σφαίρα. ασπρόμαυρα τετραγωνισμένα κουτάκια γέμισαν το δρόμο. σα στημένο παιχνίδι σκάκι. η βασίλισσα αγριεμένη και απροστάτευτη. κανένα άλογο δεν απέμεινε. οι αξιωματικοί λακέδες της ίδιας τους της μοίρας. ο βασιλιάς κοιμάται. στο στήθος του χτυπάνε ένα σωρό ξεχαρβαλωμένα κρουστά μα στο κεφάλι δε φτάνει τίποτα. ακούω ήχους. παράξενους ήχους σα να έρχονται από μακριά. άρρυθμες ανάσες. κάποιος έχει λαχανιάσει. κάποιος ασφυκτιά. συνεχίζει, όμως, να τρέχει. συνεχίζουμε το δρόμο μας όπως ακριβώς τα είχαμε συμφωνήσει. στο πρώτο φιλόξενο τραπέζι εναποθέτουμε το βράδυ μας. καλοφτιαγμένα άφιλτρα περνάνε από άκρη σ' άκρη. ρουφηξιές σαν ανάσες, όλος ο καπνός μέσα. φτηνές μορφές σε ξεφτισμένο πορτραίτο. ατίθασες λέξεις. κάποιος προσπαθεί να τις καλουπώσει. μάταια. ρέει το κρασί κόκκινο όσο ποτέ άλλοτε. σα να μην υπάρχει αύριο. σα να μην υπήρξε χθες... μακάρι να μην υπήρχε χθες. ίσως ένα σύννεφο να τα σκορπούσε όλα. κάθε ανάμνηση. μακάρι να μη γνωρίζαμε ή να μη θυμόμασταν. πόσο όμορφα ήταν τότε. πόσο άγνωστα είναι τώρα αυτά που θα έρθουν. πόσο ξένα... "εις υγείαν" για άλλη μια φορά με υγρά μάτια. μεθυσμένα και βουρκωμένα. μαζί ανακατωμένα. φιγουρίνια σαν αυτό του καραγκιόζη βολτάρουν και πληθαίνουν όσο πάει. και στο τέλος ξεσπάμε σε γέλια. όχι με την ψυχή μας. όχι... την κρύψαμε. σχεδόν τη μασήσαμε και τη φυλάξαμε από την άρρωστη μυρωδιά που πλανιέται κάθε μέρα σε αυτούς τους δρόμους. γελάμε από εναντίωση, από ανάγκη. από άρνηση όλης αυτής της ακατάπαυστης μανίας. αυτής της λύσσας που ξεχύνεται στο δρόμο και τον κάνει να στάζει. να γυαλίζει με κάθε ευκαιρία. δεν είναι νερό. είναι κίτρινο. δηλητήριο διαλυμένο μέσα στα μεθύσια μας. και τσουγκρίζουμε πάλι τα ποτήρια και γελάμε. και γελάμε...
άχαρη πόλη. μυριάδες φώτα. στο φόντο σκοτάδι. η άσφαλτος υγρή όσο ποτέ άλλοτε. καμία σταγόνα δεν έπεσε ποτέ κι ούτε θα πέσει. σχεδόν κατά λάθος. θα εξαφανιστεί κάθε εκκολαπτόμενη υγρή σφαίρα. ασπρόμαυρα τετραγωνισμένα κουτάκια γέμισαν το δρόμο. σα στημένο παιχνίδι σκάκι. η βασίλισσα αγριεμένη και απροστάτευτη. κανένα άλογο δεν απέμεινε. οι αξιωματικοί λακέδες της ίδιας τους της μοίρας. ο βασιλιάς κοιμάται. στο στήθος του χτυπάνε ένα σωρό ξεχαρβαλωμένα κρουστά μα στο κεφάλι δε φτάνει τίποτα. ακούω ήχους. παράξενους ήχους σα να έρχονται από μακριά. άρρυθμες ανάσες. κάποιος έχει λαχανιάσει. κάποιος ασφυκτιά. συνεχίζει, όμως, να τρέχει. συνεχίζουμε το δρόμο μας όπως ακριβώς τα είχαμε συμφωνήσει. στο πρώτο φιλόξενο τραπέζι εναποθέτουμε το βράδυ μας. καλοφτιαγμένα άφιλτρα περνάνε από άκρη σ' άκρη. ρουφηξιές σαν ανάσες, όλος ο καπνός μέσα. φτηνές μορφές σε ξεφτισμένο πορτραίτο. ατίθασες λέξεις. κάποιος προσπαθεί να τις καλουπώσει. μάταια. ρέει το κρασί κόκκινο όσο ποτέ άλλοτε. σα να μην υπάρχει αύριο. σα να μην υπήρξε χθες... μακάρι να μην υπήρχε χθες. ίσως ένα σύννεφο να τα σκορπούσε όλα. κάθε ανάμνηση. μακάρι να μη γνωρίζαμε ή να μη θυμόμασταν. πόσο όμορφα ήταν τότε. πόσο άγνωστα είναι τώρα αυτά που θα έρθουν. πόσο ξένα... "εις υγείαν" για άλλη μια φορά με υγρά μάτια. μεθυσμένα και βουρκωμένα. μαζί ανακατωμένα. φιγουρίνια σαν αυτό του καραγκιόζη βολτάρουν και πληθαίνουν όσο πάει. και στο τέλος ξεσπάμε σε γέλια. όχι με την ψυχή μας. όχι... την κρύψαμε. σχεδόν τη μασήσαμε και τη φυλάξαμε από την άρρωστη μυρωδιά που πλανιέται κάθε μέρα σε αυτούς τους δρόμους. γελάμε από εναντίωση, από ανάγκη. από άρνηση όλης αυτής της ακατάπαυστης μανίας. αυτής της λύσσας που ξεχύνεται στο δρόμο και τον κάνει να στάζει. να γυαλίζει με κάθε ευκαιρία. δεν είναι νερό. είναι κίτρινο. δηλητήριο διαλυμένο μέσα στα μεθύσια μας. και τσουγκρίζουμε πάλι τα ποτήρια και γελάμε. και γελάμε...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου